προβιβάσας

προβιβάσας
προβιβά̱σᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
fut part act fem acc pl (doric)
προβιβά̱σᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
fut part act fem gen sg (doric)
προβιβά̱σᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
fut part act fem acc pl (attic doric)
προβιβά̱σᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
fut part act fem gen sg (attic doric)
προβιβάσᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)
προβιβάσᾱς , προβιβάζω
cause to step forward
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • προβιβάζω — ΝΜΑ προάγω κάποιον σε ανώτερο βαθμό ή σε ανώτερη τάξη νεοελλ. (ιδίως για μαθητές) προάγω στην αμέσως ανώτερη τάξη («ο δάσκαλος τόν προβίβασε τελικά από την πρώτη στη δευτέρα») αρχ. 1. κάνω κάποιον να φτάσει κάπου, οδηγώ, φέρω προς τα εμπρός 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”